Μέρα 15η: Ο εφιάλτης με το τατουάζ

Σήμερα ήταν η τρίτη φορά που τους είδα μέσα σε δύο εβδομάδες. Ελεγχα τις παγίδες που έστησα στο δάσος της Αθαλάσσας (μετά την καταστροφή το μέρος γέμισε με κυνήγι) όταν άκουσα τις μοτοσυκλέτες τους να πλησιάζουν. Ο θόρυβος από τις εξατμίσεις τους ήταν σχεδόν προσβολή προς την σιγαλιά του δάσους, μια κακόφωνη ανάμνηση ενός παρελθόντος που είχε πεθάνει προ πολλού. Διερωτήθηκα για ένα-δυό δευτερόλεπτα για το που πηγαίναν αλλά έδιωξα τις σκέψεις από το μυαλό μου. Δεν με ενδιαφέρει, δεν ρωτώ. Πιθανότατα θα πήγαιναν για τον αυτοκινητόδρομο ή στο Νοσοκομείο για ιατρικές προμήθειες. Ευχήθηκα να μην βρουν εκείνο που ήθελαν και εκείνος που έχει ανάγκη να πεθάνει με αγωνιώδεις πόνους και συνέχισα την δουλειά μου.

Αναστέναξα ξέροντας ότι το φρέσκο κρέας απόψε είναι εκτός μενού αφού η φασαρία τους έδιωξε μακριά όλα τα ζώα που είναι σε απόσταση χιλιομέτρου. Το κυνήγι δεν πήγαινε καλά τελευταία και έχω να καλύψω και τις ανάγκες του χειμώνα. Ξεκίνησα να ξαναστήνω τις παγίδες, όταν άκουσα για δεύτερη φορά το μαρσάρισμα της μοτοσυκλέτας, αυτή την φορά πολύ πιο κοντά. Κοίταξα πέρα από τη φυλωσιά και είδα ένα σύνεφο σκόνης από την είσοδο του πάρκου. Δεν υπήρχε καμία αμφιβολία. Ερχονταν εδώ.

“Με βρήκαν”, ήταν το πρώτο πράγμα που πέρασε από το μυαλό μου και με έπιασε πανικός. Μόν0 όμως για μια στιγμή. Δεν μένεις ζωντανός σ’ αυτό το κόσμο αν τα παρατήσεις όλα κι αρχίσεις να τρέχεις μόλις σε πλησιάσει ο κίνδυνος. Δεν ήταν εδώ για μένα, κανένας δεν ξέρει ότι μένω στη περιοχή και οι μοναδικοί ανθρώποι που είδα ήταν άλλοι συμμορίτες τους. Γύρισα να επιθεωρήσω την περιοχή που βρισκόμουν. Η παγίδα ήταν σχεδόν αόρατη, μόνο αν πέσει κάποιος πάνω της μπορεί να την δει,  και ότι πρόδιδε ότι εδώ βρισκόταν κάποιος μπορούσα να το κουβαλήσω μαζί μου. Οπως πάντα είχα διέξοδο διαφυγής και μπορούσα να γίνω καπνός πολύ πριν έρθουν εδώ. Κάλυψη, μυστικότητα, επιβίωση. Αυτό ήταν το μυστικό μου και αυτό με κράτησε ζωντανό μέχρι σήμερα. Μάζεψα τα πράγματα μου και έκανα να φύγω αλλά άλλαξα αμέσως γνώμη.

Μπορεί να είναι βάρβαρα ζώα, αιμοδιψείς και απολίτιστοι αλλά εάν κάποιος τους είχε καλό μάτι μπορεί να με έβλεπε την ώρα που βρισκόμουν στον ορίζοντα. Βάρβαροι ναι, τυφλοί και ηλίθιοι όχι. Είχα πολύ λίγη για ν’ αποφασίσω αλλά μέχρι τότε ήμουν συνηθισμένος στις απότομες αποφάσεις.  Η καλύτερη ιδέα ήταν να μείνω εδώ και να τους περιμένω να φύγουν. Κρύφτηκα όσο καλύτερα μπορούσα, τσέκαρα ότι ο ήλιος ήταν πίσω μου και έβγαλα την καραμπίνα με το σκοπευτικό για να βλέπω καλύτερα. Λες και περίμεναν υπομονετικά να τελειώσω, μόλις βολεύτηκα ξεπήδησαν από το ύψωμα. Μέτρησα τρεις μοτοσυκλέτες, η κάθε μια με τον αναβάτη της, ντυμένοι όπως πάντα στα μαύρα, αξύριστοι και πιο επικίνδυνοι από στριμωγμένη κόμπρα. Πάρκαραν τις μοτοσυκλέτες τους δίπλα από ένα τραπεζάκι, κατέβηκαν για να τεντωθούν και κινήθηκαν προς  την βρύση στο κέντρο του πρώην εκδρομικού χώρου. Τουλάχιστον τώρα ήξερα γιατί είναι εδώ. Κάποιος από αυτούς πρέπει κάποτε να έμενε εδώ κοντά και ήξερε ότι η βρύση είχε πάντα τρεχούμενο νερό. Εκανα μια νοητική υπενθύμιση για να μην ξανάρθω εδώ για νερό και συνέχισα να παρακολουθώ.

Ο πρώτος που πήγε στο βρύση έμοιαζε περισσότερο με τρολλ από ιστορία του Τολκιν παρά με άνθρωπο. Ηταν ένας τεράστιος τύπος, κοντά στο 1,90, περίπου 160 κιλά, κι αν κρίνω από τον τρόπο που συμπεριφερόταν στους άλλους πρέπει να ήταν ο αρχηγός της παρέας. “Κάποιος δεν έχει πρόβλημα να βρίσκει φαϊ”, σκέφτηκα με λίγη πίκρα αλλά το αίσθημα της αδικίας δεν έμεινα για πολύ. Η Μαύρη Συμμορία (έτσι τους άρεσε να τους λένε) δεν είχε κανένα πρόβλημα διαβίωσης αφού ήταν τα αφεντικά της πόλης. Οτι ήθελαν το έπαιρναν από τις εδώ και χρόνια εγκατατελειμμένες επιχειρήσεις και δεν άφηναν κανένα να αμφισβητήσει το δικαίωμα τους να κάνουν ότι θέλουν. Θυμάμαι πριν λίγα χρόνια οταν μια άλλη συμμορία προσπάθησε να ξεκινήσει πόλεμο για τον έλεγχο των τροφίμων. Τα κεφάλια τους ακόμα σαπίζουν πάνω στα παλούκια που είναι καρφωμένα στην είσοδο της πόλης, θυμίζοντας σε όλους τι παθαίνουν όσοι  αμφισβητούν την κυριαρχία τους. Ο δεύτερος άντρας ήταν επίσης ψηλός αλλά τουλάχιστον 60 κιλά πιο αδύνατος από τον αρχηγό και λίγα χρόνια μεγαλύτερος, γύρω στα 40. Περίμενε υπομονετικά τον πρώτο να γεμίσει το παγούρι του και κουβέντιαζε με τον τρίτο, που δεν μπορούσα να δω γιατί ένα δέντρο μου μπλόκαρε την θέα. Σκέφτηκα να αλλάξω θέση αλλά εγκατέλειψα αμέσως την ιδέα. Η παραμικρή κίνηση μπορούσε να με προδώσει και η σκέψη ότι μπορούσε να μονομαχήσω με το ανθρώπινο τρολλ και τους υποτακτικούς του δεν μου φαινόταν ιδιαίτερα δελεαστική. Οι τρεις τους γέμισαν τα παγούρια τους και έκατσαν στο τραπεζάκι που άφησαν τις μοτοσυκλέτες τους για να φάνε. Εβγαλαν τα αυτόματα πάνω, ξετύλιξαν κάτι που έμοιαζε με σαντουιτς και άρχισαν να τρώνε γελόντας και φωνάζοντας. Η κακοφωνία τους μου τρυπούσε τ’ αυτιά, εκατό φορές χειρότερα απ’ ότι η εξάτμιση της μοτοσυκλέτας τους. Τους έβλεπα να τρώνε (ο τρίτος ακόμα δεν φαινόταν γιατί βρισκόταν δίπλα από το τρολλ) και δεν μπορούσα να μην γελάσω με τα όπλα τους. Ξέχασα πότε ήταν η τελευταία φορά που πυροβόλησα με όπλο, αφού η ανάγκη μου μυστικότητα το απαγόρευε. Ο θόρυβος ήταν σίγουρο ότι θα τραβούσε προσοχή γι’ αυτό και γω προτιμώ να κυνηγώ με την βαλλίστρα. Βρήκα μια όταν έπαιρνα πράγματα από το ένα κατάστημα που πουλούσε στρατιωτικά είδη, καμία εκατοστή βέλη και έμαθα πως να σημαδεύω και να σκοτώνω. Χρειάστηκε λίγος καιρός βέβαια ώσπου να συνηθίσω αλλά τώρα το ένιωθα σαν προέκταση του εαυτού μου. Εξ’ ίσου αποτελεσματικό με το όπλο, με το επιπρόσθετο πλεονέκτημα ότι δεν τραβάει την προσοχή όλων σε ακτίνα ενός χιλιομέτρου. Οχι ότι δεν είχα όπλα. Πάντα στις εξόδους μου έχω μια καραμπίνα με σκοπευτικό κι ένα περίστροφο, σε περίπτωση που τα πράγματα πάνε στραβά αλλά στη πορεία ανακάλυψα ότι η βαλλίστρα είναι η καλύτερη λύση.

Την ώρα όμως που ζύγιζα μέσα μου τα υπέρ και τα κατά της βαλλίστρας, το Τρολλ αποφάσισε να πάει για μια δεύτερη δόση νερό και άφησε τον συνδαιτημόνα του μόνο στο οπτικό μου πεδίο. Τότε ήταν που είδα καλύτερα τον μυστηριώδη τρίτο και το θέαμα πάγωσε το αίμα στις φλέβες μου. Η καρδιά μου άρχισε να σφυροκοπά, τα δάχτυλα έτρεμαν ανεξέλεγκτα και το όπλο γλίστρησε για λίγο από το χέρι μου. Ημουν σε κατάσταση σοκ και ποτέ μου δεν ευχήθηκα πιο πολύ να ήμουν στο καταφύγιο μου. Μπορεί τα χρόνια που πέρασαν να άφησαν το σημάδι τους πάνω του, όμως όλοι οι ποταμοί του κόσμου δεν ήταν αρκετοί για να σβήσουν εκείνο το απαίσιο τατουάζ που κάλυπτε την αριστερη πλευρά του προσώπου του από την μνήμη μου. Ηξερα πολύ καλά ποιός ήταν και κυρίως, ήξερα για τι πράγματα είναι ικανός. Στριγγλιές πλημμύρισαν τ’ αυτιά και αίμα τα μάτια μου. Παιχνίδια του μυαλού βέβαια αλλά η δύναμη της ανάμνησης ήταν τόσο δυνατή που με τάραξε σύγκορμο. Κράτησα το όπλο σταθερό, αρκετή ώρα για να τον δω να κοιτάζει προς το μέρος μου και να γελά. Κατάλαβε ότι ήμουν εκεί; Πως;

Εψαξα αμέσως για τους άλλους δύο και έβαλα καλύτερα το όπλο στον ώμο μου. Τέρας ξε-τέρας, δεν νομίζω να έμαθε πως να αποφεύγει σφαίρες. Τους είχα όλους στο στόχαστρο και με τρεις πυροβολισμούς μπορούσα να τους κάνω να φάνε χώμα. Βεβαίως θα έπρεπε να τα παρατήσω όλα και να φύγω γιατί οι υπόλοιποι της Μαύρης Συμμορίας θα με κυνηγούσαν αλλά δεν είναι λες και είχα άλλη επιλογή. Το τέλος όμως ευτυχώς δεν ήταν τόσο δραματικό. Οι τρεις τους απλά καβάλησαν τις μοτοσυκλέτες τους και έφυγαν, αγνοώντας εντελώς πόσο κοντά βρέθηκαν στο ταξίδι για τον ποταμό Αχέροντα. Εμεινα για ώρα ακίνητος, οι αισθήσεις μου σε επιφυλακή και έτοιμος για τα πάντα. Μόνο όταν άκουσα τον θόρυβο από τις μοτοσυκλέτες τους να σβήνει στην απόσταση ηρέμησα λίγο αλλά και πάλι δεν τολμούσα να ξεμυτίσω. Ο φόβος βλέπετε είναι ιδιαίτερα καλό παραλυτικό. Ο ήλιος έδυσε σε μια θάλασσα φωτιάς και το φεγγάρι έκανε τα πρώτα του ασημένια βήματα στον ουρανό πριν αρχίσω το ταξίδι για το σπίτι. Και σε κάθε μου βήμα μια φωνή μου μιλούσε, μια φωνή που βασάνιζε τα όνειρα μου και νόμιζα ότι είχα αφήσει για πάντα πίσω. Και πάντα έλεγε το ίδιο πράγμα.

“Πρόσεχε τον”

 

Posted in Uncategorized | Leave a comment

Μέρα 10η: Την μέρα που τέλειωσε ο κόσμος

Τώρα τελευταία δεν μπορώ να βγάλω από το μυαλό μου τους Doors. Εχει χρόνια να τους ακούσω φυσικά, μιας και ο τελευταίο μέλος της μπάντας πέθανε πιθανότατα κάθιδρος από πυρετό, πνιγμένος σε μια λίμνη με το φλέγμα και το αίμα του. Οχι πως ήταν κάτι ξεχωριστό δηλαδή. Oλοι τους πέθαναν έτσι.

This is the End/ beautiful friend/the End…

Κάπως έτσι τέλειωσε ο κόσμος. Οχι με τον ίδιο ρυθμό όμως. Εδώ είναι η μεγάλη διαφορά. Αυτό το τραγούδι μιλά για ανθρώπους στωικούς που βλέπουν ένα τέλος που ήξεραν ότι έρχεται. Ανθρώπους που είχαν χρόνο να φιλοσοφήσουν το νόημα της ζωής, την ψευδαίσθηση της ύπαρξης και συμφιλιώθηκαν με το αναπόφευκτο. Στη πραγματικότητα όμως δεν έγινε έτσι. Στη πραγματικότητα το τέλος ήταν ξαφνικό, βίαιο, αιματηρό και είχε για μουσική υπόκρουση όχι την θλιμμένη μελωδία των Doors αλλά ουρλιαχτά, κατάρες και επιθανάτιους ρόγχους. Στο τέλος όμως το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο. Γιατί στις 11 Μαίου 2013, ο κόσμος  τελείωσε. Το τέλος των πολύπλοκων σχεδίων μας, το τέλος όλων όσων γνωρίζαμε. Το τέλος των πάντων.

Δεν ήταν πυρηνικά όπλα, ούτε ο Τρίτος Παγκόσμιος που μας αφάνισε. Ούτε καν εξωγήινοι. Ηταν η απλή ανθρώπινη βλακεία, η απληστία μας και η έλλειψη προνοητικότητας. Βάλαμε την θηλειά στο λαιμό μας, ανεβήκαμε στη καρέκλα και πηδήξαμε στο κενό. Γιατί στο τέλος, ήταν μια απλή γρίππη που ξεκλήρισε τον πλανήτη. Ενα απλό κρυολόγημα, ένα συνάχι, που το γιατρεύαμε με σούπα κοτόπουλο, πολλά υγρά και δυό μέρες στο κρεβάτι.

Βλέπετε, ακόμη κι όταν η ιατρικη επιστήμη ήταν στο απόγειο της, δεν είχε βρεθεί θεραπεία για το κοινό κρυολόγημα. Ο λόγος είναι επειδή ο ιός μεταλάσσεται, έτσι κάθε χειμώνα είχαμε καινούργιο είδος. Δεν ήταν πρόβλημα όμως γιατί με μια αντιβίωση το παλεύαμε και ανανεώναμε την μάχη για του χρόνου. Το 2013 όμως η γρίππη ήρθε οπλισμένη ως τα δόντια και μεις είμασταν εντελώς απροστάτευτοι. Ειχαμε εμπιστοσύνη στα μηχανήματα και τις εφευρέσεις μας. Πόσα λίγα ξέραμε. Πόσο εύθραστος ήταν ο κόσμος μας! Ισως αν δεν ήμασταν τόσο εξαρτημένοι να επιβιώναμε. Ισως αν δεν πληρώναμε τους επιστήμονες μας να ανακαλύπτουν 45 είδη κραγιόν για τα χείλη και τους πληρώναμε να βρούν θεραπείες για τις ασθένειες, τίποτα από εκείνα τα φρικτά να μην συνέβαινε. Δεν υπάρχει όμως λόγος να σκέφτομαι το παρελθόν. Οτι έγινε, έγινε και δεν ξεγίνεται.

Δεν πρόκειται ποτέ να ξεχάσω την μέρα που μάθαμε για την γρίππη. Στον κόσμο του Πριν εγώ εργαζόμουν σαν διορθωτής κειμένων σε εφημερίδα. Ηταν Σάββατο όταν εγώ κι οι δημοσιογράφοι που ήταν βάρδια μάθαμε πρώτη φορά για την γρίππη. Το BBC είχε έκτακτο δελτίο για μια σειρά θανάτων στο Λονδίνο που κανένας δεν μπορούσε να εξηγήσει. Υστερα από λίγο το έπιασε το CNN και μέσα σε μια μέρα ο κόσμος όλος είχε την είδηση. Αρχικά δεν δώσαμε πολλή σημασία. Είχαμε δει πολλές ιατρικές τρομάρες από τα δελτία ειδήσεων για να έχουμε εμπιστοσύνη σε εκείνους και τις εταιρείες φαρμάκων που τους σπονσάρουν. Μέχρι την Κυριακή το βράδυ η είδηση έπαιζε τρίτη-τέταρτη στα δελτία και όλοι μιλούσαν για παραλλαγή του H1-N1. Τα κινούμενα κεφάλια στη τηλεόραση έλεγαν ότι πρέπει να αποφεύγουμε κλειστούς χώρους με πολύ κόσμο, να προμηθευτούμε αντιβίωση (φυσικά) και μας διαβεβαίωναν ότι δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας. Μέχρι τότε απλά είχαν πεθάνει 5 ηλικιωμένοι.

Την Δευτέρα τα πράγματα έγιναν πολύ χειρότερα. Οι λίγοι θανάτοι έγιναν ξαφνικά δεκάδες ενώ κρούσματα παρουσιάστηκαν σε Ελλάδα, Ρωσσία και Γερμανία. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας κάλεσε έκτακτη διάσκεψη για να διαγνωστεί η προέλευση της αρρώστιας και οι ταξιδιώτες προτρέπονταν να ακυρώσουν τις διακοπές τους. Ακόμα όμως νομίζαμε ότι είχαμε τον έλεγχο. Οι πολιτικοί και τα ΜΜΕ συνέχιζαν να μας κοροϊδεύουν, όπως έκαναν πάντα.

Δεν πήρε πολύ καιρό να καταλάβουν τι κοινό είχαν οι πρώτοι πεθαμένοι. Ολοι τους επέστρεψαν στην Αγγλία μετά από διακοπές σε ένα μικρό χρυσοπράσινο φύλλο, μολυσμένο στο πέλαγο. Η Κύπρος κυρήχτηκε αμέσως υπό στρατιωτικό νόμο και κανένας δεν επιτρεπόταν να φύγει από το νησί. Οχι ότι δεν προσπάθησαν κάποιοι. Οσοι είχαν μικρά αεροπλάνα φόρτωσαν ότι είχαν και κατευθύνθηκαν προς Αίγυπτο και Τουρκία. Οσοι δεν έπεσαν στη θάλασσα λόγω υπερβολικού βάρους στο φορτίο καταρρίφθηκαν από αντιεροπορικά. Βλακεία, απληστία, κακία. Βλέπετε ένα μοτίβο εδώ;

Μόλις μαθεύτηκε ότι η γρίππη ξεκίνησε από εδώ, ένας επιστήμονας ποσταρε ένα βίντεο λέγοντας ότι το ΝΑΤΟ έκανε πειράματα σε μια μυστική εγκατάσταση στις Βάσεις. Βήχοντας και κατακόκκινος από τον πυρετό παραληρούσε για ένα ατύχημα, για συγκάλυψη και φυλάκιση όλων όσων είχαν εμπλακεί. Κλαίγοντας είπε ότι κατάφερε να δραπετεύσει και να βρει έναν υπολογιστή για να στείλει το μήνυμα του και ότι λυπόταν για ότι έγινε, ότι έκαναν στο κόσμο. Αν ήταν οποιαδήποτε άλλη περίπτωση κανένας δεν θα τον πίστευε αλλά μέσα στον πανικό πιστέψαμε ότι ακούσαμε στο βίντεο. Το γεγονός ότι στο τέλος έσπασε η πόρτα του δωματίου που βρισκόταν και έπεσε νεκρός από πυροβολισμούς μαυροντυμένων κομάντος, βοήθησε λίγο με την αληθοφάνεια. Ισως όμως να ήταν καλύτερα γι’ αυτόν που πέθανε έτσι. Αν σκεφτεί κανείς την άλλη επιλογή.

Είδα με τα μάτια μου τι μπορεί να κάνει αυτός ο ιός. Για δύο εβδομάδες περίπου είσαι μια χαρά, χωρίς κανένα σύμπτωμα, μολύνοντας όσους έρθουν σ’ επαφή μαζί σου. Το τέλος έρχεται πολύ απότομα. Βήχας, πρήξιμο στους αδένες, ψηλός πυρετός και εμετός. Μέσα σε μια εβδομάδα είσαι νεκρός. Απαίσιος θάνατος και πολλοί  προτίμησαν να αυτοκτονήσουν παρά να περάσουν τόσο πόνο. Υποθέτω ότι τουλάχιστον γι’ αυτούς ήταν μια παρηγοριά.

Μέχρι το τέλος της πρώτης εβδομαδάς ανακοινώθηκε ότι βρέθηκε θεραπεία. Αλληλούια και ο κόσμος είχε σωθεί! Τα χειρότερα ήταν πίσω μας! Ο δυτικός πολιτισμός καβάλα στο άσπρο του άλογο ήρθε για να μας σώσει! Στρατιώτες με στολές χαζματ γύριζαν τα πρόχειρα νοσοκομεία που στήθηκαν στα πάρκα και την εξοχή για να δώσουν το φάρμακο σε όσους αρρώστησαν και χιλιάδες έτρεξαν σε στρατόπεδα όπου διανεμόταν το φάρμακο για να σωθούν. Εκατοντάδες ποδοπατήθηκαν μέσα στο πανικό ενώ άλλοι απλά δολοφονήθηκαν για να τους πάρουν το φάρμακο. Θυμάμαι που τους έβλεπα στη τηλεόραση και δεν ανοιγόκλεισα καν τα μάτια. Το μόνο που με ενδιέφερε ήταν εάν το φάρμακο δουλεύει. Εικόνες που πριν ένα μήνα θα με είχαν αηδιάσει τώρα δεν καταγράφονταν καν από το μυαλό μου. Ο Αρμαγεδώνας έχει μια τάση να αλλάζει τις προτεραιότητες.

Το φάρμακο ήταν αποτυχία. Ο ιός συνέχισε να σκοτώνει και πλέον οι κυβερνήσεις εγκατέλειψαν κάθε πρόσχημα. Η ηγεσία εξαφανίστηκε και ακολούθησε αυτό που συνήθως συμβαίνει όταν κυριαρχεί ο φόβος και δεν υπάρχει κάποιος να καθοδηγήσει και να κατευνάσει τον κόσμο. Λεηλασίες, μαζική υστερία, δολοφονίες, ακόμα και ανθρωποθυσίες. Η αστυνομία εξαφανίστηκε, τα νοσοκομεία έκλεισαν και κανένας δεν απαντούσε στις κραυγές του κόσμου στους δρόμους. Χάος και αναρχία παντού ενώ ο ιός συνέχιζε να σκοτώνει εκατομμύρια.

Κάπου εκεί χάσαμε την επαφή μας με τον έξω κόσμο. Οι μηχανικοί στις μονάδες παραγωγής ενέργειας σταμάτησαν να πηγαίνουν δουλειά και σύντομα ολόκληρο το νησί βυθίστηκε στο σκοτάδι. Μιας και σ΄ένα μονάρι που έμενα μόνος μου δεν είχα γεννήτρια, δεν είχα ιδέα για το τι απέγινε ο κόσμος. Οι εφημερίδες συνέχιζαν να κυκλοφορούν για ακόμα λίγες μέρες αλλά σύντομα σταμάτησαν κι αυτές. Τι ακολούθησε στο νησί  φαντάζομαι έγινε και στον υπόλοιπο κόσμο. Ανθρώποι κλειδαμπαρώθηκαν στα σπίτια τους και πυροβολούσαν όποιον πλησίαζε, γονείς αναγκάζονταν να σκοτώσουν τα ίδια τους τα παιδιά όταν αρρωστούσαν και ομαδικές αυτοκτονίες. Δεν υπήρχε όμως τρόπος διαφυγής. Δεν ξέρω εάν ο ιός μπήκε στο νερό και στον αέρα, ξέρω όμως ότι τους έβρισκε όλους αργά ή γρήγορα.

Μέσα σε έξι μήνες όλοι όσοι ήξερα ήταν νεκροί. Μέσα σ’ ένα χρόνο δεν είχε μείνει κανένας. Δεν ξέρω τι έγινε με τον υπόλοιπο κόσμο, αλλά οι νεκροί στους δρόμους και στα κρεβάτια που βρίσκω μου δίνουν μια πολύ καλή ιδέα. Εγώ δεν αρρώστησα ποτέ μου, εκτός από ενα μικρό κρυολόγημα. Νόμιζα ότι θα πέθαινα, ότι ο ιός  επιτέλους με βρήκε αλλά μέσα σε λίγες ήμουν καλύτερα.

Δεν έχω ιδέα γιατί δεν αρρώστησα. Κάποιος άλλος μπορεί να πίστευε ότι είναι θεόσταλτος, ότι επελέγη από τον Θεό για αποστολή, ένας νέος Νωε που πρέπει να βρει έναν καινούργιο κόσμο. Εκείνος ο κάποιος όμως δεν θα είχε ακούσει στριγγλιές και πυροβολισμούς στους δρόμους. Δεν θα είχε βγάλει το κεφάλι από το παράθυρο για να δει πέντε άντρες να βιάζουν και μετά να ξεκοιλιάζουν μια γυναίκα. Εχω κοιτάξει στο πρόσωπο του Θεού και δεν είναι λαμπερό και καλοσυνάτο. Είναι κόκκινο, πρησμένο και παραμορφωμένο από οργή και απόγνωση. Κανένας Θεός δεν θα επέτρεπε να γίνουν τέτοια πράγματα. Κανένας Θεός δεν θα γύριζε το βλέμμα ενώ τα δημιουργήματα του γίνονταν κομμάτια. Εάν ξέρω κάτι με απόλυτη βεβαιότητα είναι ότι δεν υπάρχει Θεός, δεν υπάρχει Σχεδιο. Το μοναδικό πράγμα που υπάρχει, που υπήρξε ποτέ, είναι η επιβίωση.

Πρέπει να πηγαίνω τώρα. Οχι ότι βράδιασε και πήγε αργά, αν και μου φαίνεται οι νύχτες έχουν μεγαλώσει, αλλά επειδή οι αισθητήρες που έβαλα περιμετρικά του καταφυγίου έπιασαν μια κίνηση. Πιθανότατα να μην είναι τίποτα, ίσως αγριόσκυλοι ή αγρινά, αλλά ποτέ δεν βλάφτει να είσαι βέβαιος.

Επειδή δεν είμαι ο μοναδικός άνθρωπος που επιβίωσε το τέλος του κόσμου.

Posted in Uncategorized | 2 Comments

Μέρα 3η: Το ταξίδι πίσω

Σκέφτομαι το ημερολόγιο κάθε μέρα τώρα. Είναι δύσκολο, πολύ δύσκολο να το εξηγήσω. Οι λέξεις δεν είναι ακόμα εκεί. Τις νιώθω, στην άκρη του μυαλού, να προσπαθούν να βγούν αλλά να γλιστρούν πάνω υγρά βρύα της άκρης της σκέψης μου. Οχι, όχι ακόμα. Οχι ακόμα. Αλλά σύντομα. Σύντομα..

Επιβιώνω για τόσο καιρό που ξέχασα να ζω, ξέχασα ότι υπάρχω. Σαν ζώο που το έχουν κλείσει σε κλουβί και έχασε κάθε επαφή με τον έξω κόσμο, ξέχασα την μυρωδιά του γρασιδιού και τον ελεύθερο ουρανό. Τα αστέρια για μένα δεν είναι πλέον ευχές και υπόσχεση για ένα καλύτερο αύριο, δεν είναι πλέον οι λαμπροί φρουροί μιας ρομαντικής βραδιάς, αλλά μια πικρή ανάμνηση ενός κόσμου που δεν είναι εδώ. Μπορούν οι νεκροί να δουν τ’ αστέρια; Ελπίζω.

Ελπίζω να υπάρχει παράδεισος. Ελπίζω εκεί ο ουρανός να είναι καθαρός και τ’ αστέρια να φαίνονται πιο λαμπερά από οπουδήποτέ στο σύμπαν. Εάν υπάρχει θεός, αυτό είναι το ελάχιστο που μπορεί να κάνει. Υστερα από τόσο θάνατο, τόσο φρικτό θάνατο.

Νομίζω ότι είναι το ένστικτο της επιβίωσης που με έσωσε. Γιατί όχι; Με έφερε ως εδώ, γιατί να μην με πάρει ένα βήμα παραπέρα; Τον τελευταίο χρόνο δεν ήμουν καλά. Σωματικά ναι, αλλά όχι στο μυαλό. Αρχισα να μιλώ μόνος μου, έκανα την ρουτίνα μου μηχανικά και γελούσα χωρίς λόγο. Τις πιο καθαρές μου στιγμές βρισκόμουν κάπου και δεν ήξερα γιατί ήμουν εκεί. Ηξερα ότι η μοναξιά μπορεί να σε τρελλάνει αλλά ποτέ μου δεν υποψιαζόμουν πόσο ύπουλα μπορεί να γλιστρήσει τα δάχτυλα της στο μυαλό, μέχρι να σε αρπάξει για τα καλά και να είσαι αδύναμος να αντιδράσεις.

Ενστικτο της επιβίωσης; Μαλακισμένε εγωϊστή. Ξέρεις ότι είναι ψέμα.

Εκείνη με έσωσε. Εκείνη και κείνο το γελοίο ημερολόγιο της. Πόσες φορές της είπα άραγε ότι κανένας δεν θα διαβάσει το κωλοημερολόγιο της; Οτι κανένας δεν θα μείνει ζωντανός μετά από μας για να μάθει τι απέγιναν οι ανθρώποι. Εκείνη έλεγε ότι δεν έχει σημασία που δεν θα το διαβάσει κανένας, σημασία έχει ότι γράφει. Πόσο είχα νευριάσει εκείνη την μέρα! Αντί να μάθει να επιβιώνει όπως εγώ πέρναγε τις μέρες της γράφοντας σ’ αυτό το ημερολόγιο για ότι συνέβαινε, ένας ακούραστος κάστορας που έφτιαχνε ένα φράγμα από αναμνήσεις. Σημασία έχει ότι γράφεις. Αργησα πολύ να καταλάβω πόση αλήθεια είχε αυτή η πρόταση. Αργησα για μένα, άργησα για κείνη. Πολύ αργά.

Δεν ήξερα γιατί έβγαλα το ημερολόγιο της από το μπαούλο. Σταμάτησα εδώ και καιρό να διαβάζω, έκοψα τις σχέσεις μου με τον κόσμο του Πριν και σίγουρα δεν θα ήθελα να διαβάσω ότι έγραψε εκείνη. Υπάρχει πολύς πόνος μέσα σ’ αυτές τις σελίδες, πολλές αναμνήσεις. Το φράγμα στηριζόταν σε ένα μοναδικό ξυλάκι και αν το έσπαζα θα με έπνιγε.

Ηθελα να αυτοκτονήσω. Νομίζω ότι ήθελα δηλαδή γιατί ξύπνησα μισό δευτερόλεπτο πριν τραβήξω την σκανδάλη και τινάξω τα μυαλά μου στον αέρα. Πέταξα το όπλο και κουλουριάστηκα σε μια γωνιά, κλαίγοντας. Τότε ήταν που το είδα. Ενα καφέ, σκονισμένο ημερολόγιο, με τις μισές σελίδες γεμάτες από μια ζωή που άνθησε μετά που ο Κόσμος μαράθηκε. Το ένστικτο με έκανε να πάρω στυλό και να γράψω. Δεν ήξερα τι έγραφα, οι λέξεις ήταν ασύνδετες και οι σκέψεις ένα θρυμματισμένο μωσαϊκό σε ένα μυαλό που είδε πάρα πολλά. Με κάθε αράδα όμως, κάθε λέξη, κάθε γράμμα, όλα γίνονταν πιο καθαρά. Εμενα τόσο καιρό στο σκοτάδι που ξέχασα πως είναι το φως.

Δεν έχω ξεμυτίσει έξω τις τελευταίες τρεις μέρες. Γράφω συνέχεια. Στην αρχή ήταν ακαταλαβίστικά, δεν υπήρχε νόημα αλλά σιγά-σιγά επιστρέφω στον παλιό μου εαυτό. Οι σκέψεις μου γίνονται πιο ξεκάθαρες και το μυαλό μου επανέρχεται. Το ημερολόγιο μου είναι το φάρμακο που παίρνω για να νικήσω τη γάγγραινα της μοναξιάς και της τρέλλας. Δεν ξέρω τι με έκανε να το πιάσω στα χέρια μου, αλλά είμαι ευγνώμων. Εχω ζήσει το τέλος του Κόσμου. Θα ήταν κρίμα να πεθάνω μόνος, πυροβολημένος από το ίδιο μου το όπλο.

Θα συνεχίσω λοιπόν να περιμένω το τελευταίο ηλιοβασίλεμα. Θα συνεχίσω να περιμένω την μέρα που ο διάολος θα επιστρέψει για να τελειώσει την δουλειά που ξεκίνησε πριν δέκα χρόνια. Για όσο καιρό είμαι ζωντανός, αυτό είναι το ημερολόγιο μου. Και δεν έχει καμία σημασία που δεν θα το διαβάσει κανένας.

Σημασία έχει ότι γράφω.

Posted in Uncategorized | 1 Comment

Μέρα 1η: Οταν ο κόσμος τέλειωσε

Δεν έχω όνομα.  Δεν είχα ανάγκη τόσο καιρό γιατί η Επιβίωση βασίζεται σε τρία πράγματα. Κάλυψη, κάλυψη, κάλυψη. Κανένας δεν γίνεται να σε δεί. Κανένας. Μυστικά μυστικά. Αόρατος. Προσεκτικα πλησιάζουμε στο ελάφι… ήρεμα… Τι ήταν αυτό;! Θόρυβος! ΘΟΡΥΒΟΣ! ΘΟΡΥΒΟΟΟΟ

Τρελλένομαι. Νομίζω. Δεν μπορώ να συγκεντρωθώ. Ακούω συνέχεια φωνές. Αλλά είμαι μόνος. Προσέχω να μην είναι κανένας εδώ γιατί ΚΙΝΔΥΝΟΣ! Μονος. Κλαίω. Τώρα κλαίω συνέχεια. Δεν αντέχω άλλο. Φοβάμαι. Δεν μπορω να γράψωδενμπορωναγραψωδενμπορωναγραψωδενμπορωναγραψωδενμπορω

Πρέπει να ηρεμήσω. Τα χέρια μου τρέμουν. Δύσκολο να βάλω τις λέξεις στο χαρτί. Κάποτε ήταν εύκολο, όταν ο κόσμος ήταν όπως πριν. Οταν είχα Δουλειά. Λεφτά. Αχρηστα αχρηστα αχρηστα. Καιγονται ευκολα αλλά δεν μπορείς να πιάσεις φαί με λεφτά. ΧΑ ΧΑ ΧΑ! Σταμάτα. ΣΤΑΜΑΤΑ! Συγκεντρώσου. Λέξεις στο χαρτί, βάλε τις λέξεις στο χαρτί. Αναπνοή. Κλείσε τα μάτια. Συγκεντρώσου

Τα λεφτά κάποτε ήταν καλά. Οχι τώρα. Ο Κόσμος τώρα πέθανε. Η Δουλειά πέθανε. Τωρα μόνο επιβίωση. Φαί, κυνήγι, υπνος, σκοπιά. ΚΙΝΔΥΝΟΣ

Εμείς εδώ σκοτώσαμε τον Κόσμο. Δεν ήξερα, έγινε τόσο ξαφνικά και γω έτρεξα. Τους έβλεπα να πεθαίνουν και έκλαιγα όπως κλαιω τώρα.

Οι λέξεις στο χαρτί είναι φάρμακο. Αντιβίωση. Καλό. Οπως εκείνη που πήρα από το νοσοκομείο. Αλλά δεν ξαναπάω. Εκεί είναι ο Μεγάλος. Μακριαμακριαμακρια. Δεν ξαναπάω.

Οι λέξεις δεν έχουν νόημα. Κάποτε οι λέξεις μου είχαν νόημα. Κάποτε οι λέξεις μου ήταν δυνατές. Κάποτε οι λέξεις μου είχαν λεφτά. Οχι τώρα. Τώρα ο Κόσμος τελείωσε.

Ξεκίνησα να βάζω λέξεις γιατί τρελλένομαι. Τρελλένομαι και είπα να φέρω λίγο από τον παλιό κόσμο για να πάρω αντιβίωση. Αντιβίωση του μυαλού. Οι λέξεις βοηθούν. Τις νιώθω να βοηθούν. Οι φωνές στο μυαλό γίνονται μια φωνή που γίνεται λέξεις και πάνε στο χαρτί. Στο χαρτί είναι φυλακισμένες. Δεν μπορούν να με βλάψουν. Οχι πλέον φωνές. Καμία φωνή. Πουθενα. Είμαι μόνος μου…

Posted in Uncategorized | 1 Comment